Εκτακτη σύνοδος μέσω τηλεδιάσκεψης των ΥΠΕΞ 27 κρατών-μελών της Ε.Ε. πραγματοποιείται σήμερα στο φως των δραματικών εξελίξεων στο Αφγανιστάν, αφού ενδέχεται το προσφυγικό θέμα από την κεντροασιατική χώρα να καταστεί προσεχώς οξύτατο, προκαλώντας ευρύτερες επιπτώσεις.

Γράφει ο Αθανάσιος Ε. Δρούγος*

Οι ΥΠΕΞ των 27 θα εξετάσουν τις τελευταίες πληροφορίες που προέρχονται από τον διεθνή αερολιμένα της Καμπούλ, όπου συνεχίζονται οι εκκενώσεις δυτικών διπλωματών (από 60 κράτη), ως και Αφγανών υπηκόων που δεν επιθυμούν για πολλούς και διαφόρους λόγους να παραμείνουν υπό το ταλιμπανικό καθεστώς. Ηδη, η Σουηδία περάτωσε χθες (σε συνεργασία με τους Αμερικανούς που ελέγχουν με ισχυρή στρατιωτική δύναμη το αεροδρόμιο) τη μεταφορά των διπλωματών της σε μεσανατολική χώρα, ενώ τώρα επικεντρώνεται στη μεταφορά Αφγανών πολιτών και των οικογενειών τους, που συνεργάστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια με τη σουηδική αντιπροσωπία στην πόλη Μεϊνάρντ του Βόρειου Αφγανιστάν.

Από την άλλη πλευρά, ο Ερντογάν δήλωσε ότι παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα και παρουσία Αφγανών που θα επιθυμούσαν μέσω των ιρανο-τουρκικών συνόρων να περάσουν προς τη χώρα του και μετέπειτα προς Ευρώπη, ενώ τους τελευταίους μήνες κατασκευάστηκε ένα τμηματικό μεθοριακό τείχος κατά μήκος του μεγάλου τμήματος των περίπου 534 χλμ. οριογραμμής. Αυξημένη είναι η παρουσία δυνάμεων της τουρκικής στρατοχωροφυλακής στα συνοριακά περάσματα Γκουρμπουλάκ-Μπαζαργκάν, Καπικόι-Ράζι και Σεντέρε-Σερόου (των τουρκικών μεθοριακών επαρχιών Αγκρι-Βαν και Χακάρι με τις ιρανικές επαρχίες του Νοτιοδυτικού Αζερμπαϊτζάν). Ο Τούρκος πρόεδρος ισχυρίστηκε (αν και το συνοριακό τείχος καλύπτει μόνο 145 χλμ.) ότι «με αυτό το τείχος θα σταματήσουμε τις διελεύσεις».

Μεταξύ άλλων, ο Ερντογάν σε χθεσινή του συνέντευξη τόνισε ότι η Τουρκία θέλει να εργαστεί από κοινού με το Πακιστάν για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση στο Αφγανιστάν και να αποτραπεί μια μαζική συρροή προσφύγων. Πρόσθεσε ότι η Τουρκία είναι αντιμέτωπη τελευταία με ένα αυξανόμενο μεταναστευτικό κύμα Αφγανών που διέρχονται μέσω του Ιράν. Χαρακτήρισε το Πακιστάν ως χώρα-κλειδί στην Κεντρική Ασία -και όχι μόνο- και ότι από κοινού με την Αγκυρα θα καταβληθούν πολλές προσπάθειες για εκτόνωση της έντασης σε στρατιωτικό, μεθοριακό και προσφυγικό πλαίσιο.

Πέραν των «ευαίσθητων» και ορεινών (κυρίως) τουρκο-ιρανικών συνόρων επικρατεί μεγάλη ανησυχία και στα ανατολικότερα ιρανο-αφγανικά. Και οι τρεις κύριες μεθοριακές διαβάσεις από Αφγανιστάν προς Ιράν (Ισλάμ Καλά)/ επαρχία Χεράτ είναι υπό ταλιμπανικό έλεγχο, ενώ από τη μεριά του Ιράν έχει ενισχυθεί πολύ η συνοροφυλακή στα περάσματα Ζαράντζ και Αμπού Νάσρ Φαραχί (επαρχίες Χορασάν, Σιστάν και Μαχερούντ).

Η Τουρκία έχει εδώ και χρόνια μερικές εκατοντάδες στρατιώτες της στο Αφγανιστάν και εμμένει στην πρότασή της προς τους Αμερικανούς να αναλάβει τον έλεγχο και τη διοίκηση του αεροδρομίου της Καμπούλ για 2-3 χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβει επιμελητειακή και οικονομική υποστήριξη από τις ΗΠΑ (παρά τη σαρωτική αλλαγή που έλαβε χώρα τις τελευταίες ημέρες στο Αφγανιστάν). Επιπλέον ο Ερντογάν δήλωσε για δεύτερη φορά στον Πακιστανό ομόλογό του ότι είναι έτοιμος να συναντήσει τον ηγέτη των Ταλιμπάν για διαπραγματεύσεις.

Λάθη Μπάιντεν και ερωτηματικά για την επέλαση των Ταλιμπάν
Δραματικές είναι οι ώρες στο Αφγανιστάν, ενώ δριμεία κριτική ασκείται στην επιλογή Μπάιντεν να ακολουθήσει και την προτέρα θέση Τραμπ και να προχωρήσει στην αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ που έχουμ απομείνει.

Μεταξύ αυτών που ασκούν κριτική είναι ο Βρετανός υπουργός Αμυνας Μπομπ Ουάλας, κορυφαίοι Ρεπουμπλικανικοί γερουσιαστές (όπως ο παλαίμαχος Τζιμ Ινχοφ της πολιτείας Αϊνταχο), καθώς και διατελέσαντες στρατηγοί και ναύαρχοι των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, που διοίκησαν επί χρόνια την ISAF-Resοlute Support του ΝΑΤΟ στην απομονωμένη κεντροασιατική χώρα. Μεταξύ αυτών μία ιδιαίτερα γνωστή στρατιωτική προσωπικότητα, ο πεζοναύτης στρατηγός Τζον Αλεν, που δυναμικά παρεμβαίνει και ασκεί κριτική στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πάντως, λογικά, αναμένεται ο Μπάιντεν να δώσει εξηγήσεις γιατί -αν και η περίπτωση της Καμπούλ δεν είναι Σαϊγκόν του 1975- έχει τρωθεί η αξιοπιστία των ΗΠΑ.

Ο τελευταίος υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Μαρκ Εσπερ επί προεδρίας Τραμπ, που παραιτήθηκε λίγους μήνες πριν το τέλος Τραμπ, είχε έρθει σε σφοδρή αντιπαράθεση μαζί του, γιατί ήδη είχε αρχίσει η σταδιακή αποχώρηση των Αμερικανών στρατιωτικών από το Αφγανιστάν. Ηταν ο πρώτος που έκανε λόγο για κρίση αξιοπιστίας και είπε ότι «δεν θα μας το συγχωρέσουν ποτέ οι ανά τον κόσμο υποστηρικτές μας». Χαρακτηριστικά είπε ότι «από τη Σκανδιναβία μέχρι την Απω Ανατολή, οι σύμμαχοι και φίλοι δεν θα μας κοιτάνε με σιγουριά!».
Ο Μπάιντεν ενήργησε με βάση πολιτικά, πολιτικάντικα, υποσχεσιολογικά και εσωτερικά κριτήρια και δεν ζήτησε ενδελεχείς απόψεις και αναλύσεις κορυφαίων στρατηγών, πτεράρχων, επικεφαλής στρατηγικών διοικήσεων (CENTCOM-TRANSCOM-EUCOM κ.ά.), ως και αναλυτών. Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Τζέικ Σάλιβαν υποστήριξε χθες ότι ο αφγανικός στρατός δεν είχε τη δύναμη και το σθένος να πολεμήσει τους Ταλιμπάν. Αν είναι έτσι τα πράγματα θα έπρεπε εδώ και χρόνια να είχε σταματήσει η πολυέξοδη εκπαίδευση των 300.000 στρατιωτικών και αστυνομικών της χώρας, την οποία χρυσοπλήρωναν οι Αμερικανοί. Δεν μπορεί να εξαφανίζεται μέσα σε δέκα ημέρες ένας ολόκληρος στρατός. Πρωτοφανής καθίζηση.
Η αποτυχία είναι εντονότατη μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Δεν μπορεί έκθεση της CIA να υποστηρίζει ότι σε τρεις μήνες θα είναι η Καμπούλ περικυκλωμένη από τους Ταλιμπάν και αυτοί να προσεγγίζουν την πόλη από όλες τις κατευθύνσεις. Δεν μπορεί οι περιφερειάρχες των 34 επαρχιών να συνθηκολογούν με τέτοιο τρόπο. Η γνωστή επιχείρηση ΤΕΤ των Βιετκόγκ το 1968 στο Νότιο Βιετνάμ σχεδιαζόταν χρόνια και παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό σε βάρος Αμερικανών και Νοτιοβιετναμέζων, τελικά αντιμετωπίστηκε. Δεν μπορεί οι Ταλιμπάν να κινούνται πιο γρήγορα σε μεγαλύτερο χώρο συγκριτικά με το Ισλαμικό Κράτος (σε Βόρεια Συρία και Μοσούλη στο Ιράκ) και να μη συναντούν καθόλου αντίσταση.
Τέλος, δεν μπορεί να μην υπήρχε -έστω και βάσει της απόφασης Μπάιντεν για αποχώρηση- ένα συνολικό σχέδιο για την επιχείρηση Resolute Support των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ από τον τελευταίο διοικητή, Αμερικανό στρατηγό Οστιν Μίλερ. Δεν μπορεί η αφγανική κυβέρνηση να έχει 130 πολεμικά πτητικά μέσα και να μην χρησιμοποιούνται κατά των Ταλιμπάν.

Εκτιμώ ότι σύντομα, αλλά και σε βάθος χρόνου, θα μάθουμε πολλά… αλλά όχι όλα.

Ενισχυμένη η θέση της Τουρκίας στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν
Οι δραματικές εξελίξεις στο Αφγανιστάν, και ειδικά η απίστευτα γρήγορη επιχείρηση ανακατάληψης της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, προκάλεσαν σοκ σε όλο τον κόσμο, ενώ πάρα την ομιχλώδη, χαοτική και ιδιαίτερα προβληματική κατάσταση στο εσωτερικό της κεντροασιατικής χώρας, σε αρκετές πρωτεύουσες δυτικών και μουσουλμανικών κρατών γίνονται εκτενείς συζητήσεις, αναφορές, εκτιμήσεις και ανταλλάσσονται πληροφορίες σχετικά με την επόμενη ημέρα, τη στιγμή που και στις 34 επαρχίες της χώρας οι Ταλιμπάν είναι μετά από είκοσι χρόνια ξανά επικυρίαρχοι.

Σύμφωνα με πληροφορίες του υπογράφοντος από διάφορες πηγές στη Μέση Ανατολή, στο Ισλαμαμπάντ (κέντρα στρατηγικής κ.λπ.), αλλά και σε δυτικές χώρες -προς το παρόν- η Τουρκία, το Πακιστάν και το Κατάρ φαίνεται να διατηρούν αρκετά ικανοποιητικές σχέσεις με τους Ταλιμπάν, ενώ παραμένουν ανοικτές οι πρεσβείες τους και δεν αποσύρουν διπλωματικές και άλλες αντιπροσωπίες από την Καμπούλ, ενώ η τουρκική πρεσβεία στην αφγανική πρωτεύουσα συνεχίζει τη λειτουργία της και περίπου 600 Τούρκοι στρατιωτικοί παραμένουν μαζί με Αμερικανούς – Βρετανούς και Καναδούς στον διεθνή αερολιμένα «Χαμίτ Καρζάι», περίπου 3 χλμ. έξω από την Καμπούλ (το επιβεβαίωσε φθάνοντας χθες στο Αλγέρι ο ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου).

Το Κατάρ εδώ και δύο χρόνια φιλοξενούσε τις διεθνείς επαφές των Αμερικανών με την πολιτική ηγεσία των Ταλιμπάν. Αρκετοί ηγέτες των Ταλιμπάν (με πιο γνωστό τον Μουλά Μπαραντάρ) διαμένουν στην Ντόχα, ενώ ο συγκεκριμένος πολιτικός ηγέτης με απαίτηση των ΗΠΑ προ 32 μηνών απελευθερώθηκε από τις αφγανικές φυλακές. Το Κατάρ καλύπτει τα έξοδα αρκετών και σημαντικών πολιτικών εκπροσώπων των Ταλιμπάν.

Το Πακιστάν από το 1994, μέσω της πανίσχυρης μυστικής υπηρεσίας ISI, έχει πολύ βαθιές σχέσεις με τους Ταλιμπάν, είτε η κατάσταση βρισκόταν υπό πολιτικό είτε υπό στρατιωτικό έλεγχο. Κορυφαίοι ανώτατοι στρατιωτικοί των πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων είχαν συνεχείς επαφές με ηγέτες των Ταλιμπάν σε Κανταχάρ, Κουέτα, Καράτσι, Πεσαβάρ κ.λπ. Ειδικά η ISI (που είναι από τις ισχυρότερες μυστικές υπηρεσίες του πλανήτη) διατηρεί και τώρα επί ηγεσίας αντιστρατήγου Φαΐζ Χαμίτ αρκετά καλές επαφές, ειδικά στην τεράστια μεθοριακή ζώνη που καθόρισαν οι Βρετανοί αποικιοκράτες, δηλαδή τη γραμμή Ντουράντ. Εκεί οι πλείστες φυλές είναι Παστού και ταυτίζονται με τους Ταλιμπάν.

Η Τουρκία από την εποχή του Κεμάλ κατά διαστήματα έχει εκπαιδεύσει Αφγανούς αξιωματικούς (κυρίως από τα βόρεια της χώρας, δηλαδή Ουζμπέκους, Τατζίκους κ.ά.). Η Αγκυρα τις τελευταίες ημέρες είχε πολλές επαφές με το Κατάρ και το Πακιστάν, για την επόμενη ημέρα στην Καμπούλ. Ενδεικτικά αναφέρω τη συνάντηση των προέδρων Τουρκίας – Πακιστάν (πριν 4 ημέρες στην Κωνσταντινούπολη), αλλά και τις μυστικές και φανερές επαφές των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας των τριών κρατών με τον ομόλογό τους των ΗΠΑ Αντονι Μπλίνκεν. Η χθεσινή δήλωση κορυφαίου μουλά των Ταλιμπάν ότι η Τουρκία είναι φιλική χώρα και δεν τη βλέπουμε εχθρικά θα πρέπει να μας προβληματίσει για πολλά… Μέσα στις επόμενες εβδομάδες αναμένονται σοβαρές εξελίξεις, ενώ δεν αποκλείεται η Αγκυρα να «εργαλειοποιήσει» τις επαφές που έχει με την Καμπούλ για να φανεί αρεστή σε Αμερικανούς -Βρετανούς, ΝΑΤΟ κ.ά.

Κίνδυνος για νέο γύρο μεγάλων τρομοκρατικών επιθέσεων
Μετά από δύο δεκαετίες οι σκληροπυρηνικοί αντάρτες Ταλιμπάν, που είχαν ηττηθεί το δραματικό φθινόπωρο του 2001 από τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους (μέσω ενός ειδικού πολέμου Αμερικανών κομάντος, αεροπορικών προσβολών και τοπικών αντι-Ταλιμπάν συμμάχων και φυλών), επανήλθαν με επιχείρηση-express δέκα ημερών στην Καμπούλ, καθώς και σε όλα τα άλλα αστικά κέντρα της ορεινής και απρόσιτης χώρας (Τζαλαλαμπάντ – Χεράτ – Κανταχάρ -Φαιζαμπάντ κ.ά.), στην οποία διαχρονικά έχουν υποστεί πανωλεθρίες οι πιο ισχυρές αυτοκρατορίες του πλανήτη (π.χ. η βρετανική την εποχή του Κίπλινγκ και η σοβιετική στα χρόνια του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ), αφού κάποιοι «οστεοπορωμένοι» πολιτικά και στρατιωτικά Σοβιετικοί ηγέτες αποφάσισαν το 1979 να καταλάβουν τη χώρα και να πυροδοτήσουν εσωτερικές εντάσεις μέσω δικών τους ανθρώπων και τοπικών πρακτόρων, με αποτέλεσμα να χάσουν από το υποστηριζόμενο από τη Δύση αντάρτικο. Η συγκεκριμένη χώρα δύσκολα ελέγχεται και κυβερνάται. Αυτό κατέστη φανερό τα τελευταία χρόνια, όπου οι αποτυχίες διαδοχικών κυβερνήσεων στην Καμπούλ δεν κατάφεραν να τιθασεύσουν τους Ταλιμπάν, με αποτέλεσμα Αμερικανοί και λοιποί να αποχωρήσουν βιαστικά από το Αφγανιστάν.

Την πενταετία 1996-2001, που οι Ταλιμπάν ήταν στην εξουσία, η χώρα είχε καταστεί ορμητήριο βίαιων ισλαμικών – τζιχαντιστικών ομάδων και τρομοκρατικών δικτύων, με προεξάρχουσα την Αλ Κάιντα του Οσάμα μπιν Λάντεν, τον οποίο σκότωσαν οι Ειδικές Δυνάμεις των ΗΠΑ στο Αμπονταμπάντ του Πακιστάν το 2011, με τη γνωστή επιχείρηση των SEALS «Τρίαινα του Ποσειδώνα/Τζερόνιμο». Ο τότε αρχηγός και πνευματικός ηγέτης των Ταλιμπάν, Μουλά Ομάρ, είχε διαθέσει περιοχές του Τζαλαλαμπάντ, του Κανταχάρ (βασική έδρα σύστασης των Ταλιμπάν) για την εκπαίδευση της Αλ Κάιντα, που εγκαταστάθηκε εκεί μετά την αποχώρησή της από το Σουδάν και το Αφρικανικό Κέρας.

Στα απόκρημνα βουνά του Χίντου Κους σχεδιάστηκε η 11/9, αν και -βάσει απόρρητων στοιχείων στα οποία είχα πρόσβαση το 2003- το αρχικό σχέδιο «Μπογιάνκα» ήταν σχεδόν έτοιμο από το 1998. Από το Αφγανιστάν δόθηκε «πράσινο φως» για τις αιματηρές επιθέσεις κατά αμερικανικών και άλλων στόχων το 1998 σε Κένυα-Τανζανία/Ανατολική Αφρική με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Η ήττα των Ταλιμπάν το 2001 και η απομάκρυνση της ηγεσίας της Αλ Κάιντα λόγω της αμερικανο-νατοϊκής επέμβασης (επιχείρηση της ISAF σε εφαρμογή της απόφασης 1386 του Σ.Α./ΟΗΕ και των διαπραγματεύσεων της Βόννης), προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στους εξτρεμιστές, οι οποίοι έχασαν υπολογίσιμο έδαφος, ενώ επλήγησαν διεθνώς από τους Αμερικανούς και τις στοχευμένες αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις σε όλο τον πλανήτη. Η απώλεια του Αφγανιστάν ώθησε τους Ταλιμπάν στα πολύ απομονωμένα μέρη της χώρας, όπου επί χρόνια ανασυγκροτούνταν.

Η επιστροφή τους προβληματίζει πολύ έντονα τους Δυτικούς, ως και πολλά μουσουλμανικά κράτη (π.χ. Αίγυπτος -Ιορδανία κ.ά.). Θα ακολουθήσουν πλέον μία πιο μετριοπαθή γραμμή (όσο μπορούν τέτοιοι ακραίοι ισλαμικοί κύκλοι να ακολουθήσουν; Αυτό που ονομάζεται γραμμή της Ντόχα); Ή θα κινηθούν πάνω στις γνωστές τζιχαντιστικές τάσεις, θέσεις και γραμμές της Quetta Shura; H κατάσταση είναι πολύπλοκη και εξαρτάται από πολλούς πολιτικούς, κοινωνικούς, περιφερειακούς, εξτρεμιστικούς και ισλαμιστικούς παράγοντες. Και φυσικά από τους χρηματοδότες των Ταλιμπάν (πέραν του ναρκο-εμπορίου). Οπως και να έχουν τα πράγματα, η επιστροφή τους στην Καμπούλ επανέφερε στο προσκήνιο πολύ αρνητικές εικόνες και μνήμες.

*Ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος είναι Διεθνολόγος-Γεωστρατηγικός Αναλυτής

Πηγή: patrastimes.gr