Ευχή και κατάρα, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά το εποχικό στοιχείο του ελληνικού Τουρισμού.

Από τη μια, το νέο κύμα πανδημίας και τα περιοριστικά μέτρα καθ’ όλη τη διάρκεια της Άνοιξης δεν αλλάζουν δραματικά τις προβλέψεις για ετήσιες εισπράξεις 9-10 δισ ευρώ, αφού ως γνωστόν, το τρίτο τρίμηνο- δηλαδή οι καλοκαιρινοί μήνες- είναι οι «καλοί». Από την άλλη, αν «στραβώσει» ο σχεδιασμός, κυρίως λόγω προβλημάτων στις χώρες- πελάτες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία, τότε η ζημιά δεν μπορεί να καλυφθεί τους υπόλοιπους μήνες του έτους.

Ποιες δαπάνες θέλουν να χαρακτηριστούν πάγιες στον τουρισμό

Εν αναμονή της υπουργικής Απόφασης για την επιδότηση των πάγιων δαπανών, οι φορείς του κλάδου εμφανώς έχουν υψηλές προσδοκίες, την ώρα που το υπουργείο Οικονομικών στέλνει μήνυμα ότι «δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε το πρόγραμμα». Το «κλειδί» είναι το ποιες δαπάνες θα χαρακτηριστούν ως πάγιες.

Σύμφωνα με το ΣΕΤΕ, ειδικά για τον Τουρισμό, σε αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθούν:

Κόστη μισθοδοσίας, μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές
Ενοίκια
Ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, καύσιμα)
Ύδρευση-Τηλεπικοινωνίες
Χρηματοοικονομικά (τόκοι δανείων, μισθώματα Leasing, κ.λπ.)
Αποσβέσεις
Έξοδα Ασφάλισης , Τέλη κυκλοφορίας
Αμοιβές τρίτων (λογιστής, νομικός σύμβουλος, τεχνικός ασφαλείας, γιατρός εργασίας)
Έξοδα Συντήρησης Εγκαταστάσεων και Τεχνικού εξοπλισμού Μεταφορικών Μέσων
Έξοδα Λογισμικού/Software/ Συνδρομών Τεχνολογίας (ιστοσελίδας, κ.λπ.), που καταβάλλονται κατ’ έτος
Δημοτικά τέλη (τέλη χρήσης κοινοχρήστων χώρων-τέλη καθαριότητας και φωτισμού)
Έξοδα για εφαρμογή υγειονομικών πρωτοκόλλων λόγω covid-19, τα οποία ενώ πρωτοεμφανίστηκαν το 2020, αναμένεται να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις για αρκετά χρόνια ακόμα

Από την πλευρά το υπουργείο Οικονομικών υπενθυμίζει κατ’ αρχάς, ότι για να βγει ο… λογαριασμός έσοδα- έξοδα, θα συνυπολογιστούν όλες οι ενισχύσεις που έχουν λάβει οι επιχειρήσεις από την έναρξη της κρίσης και σε αυτές τις ενισχύσεις συμπεριλαμβάνονται οι αναστολές συμβάσεων, δηλαδή η κάλυψη μισθών- εισφορών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. «Η επιδότηση των πάγιων δαπανών δεν έχει στόχο τη μαζική ενίσχυση» τονίζουν αρμόδιες πηγές, συμπληρώνοντας ότι με αυτό το «εργαλείο» θα διορθωθεί η ανεπάρκεια των ως τώρα χρηματοδοτικών μέσων. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα η επιδότηση των πάγιων δαπανών θα βοηθήσει κυρίως τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν μπόρεσαν να καλυφθούν από το μηχανισμό της Επιστρεπτέας Προκαταβολής. Μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων βρίσκονται και ξενοδοχειακές μονάδες δωδεκάμηνης λειτουργίας.

Το νέο πλαίσιο προστασίας για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους

Με ειδικές ρυθμίσεις του υπουργείου Εργασίας, διευρύνθηκε, παράλληλα το πλαίσιο προστασίας για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους του κλάδου.

Συγκεκριμένα:

οι ασφαλιστικές εισφορές για τα τουριστικά καταλύματα δωδεκάμηνης λειτουργίας που κατά την περίοδο Ιανουαρίου- Αυγούστου 2020 είχαν μείωση τζίρου τουλάχιστον 70% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, καταβάλλονται από το κρατικό προϋπολογισμό για το χρονικό διάστημα από 1η Σεπτεμβρίου 2020 έως 31 Δεκεμβρίου 2020. Για τα καταλύματα που είχαν αντίστοιχη πτώση τζίρου για την περίοδο Απριλίου-Δεκεμβρίου 2020, οι εργοδοτικές εισφορές καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για το χρονικό διάστημα 1 Ιανουαρίου 2021- 31 Μαρτίου 2021 προβλέπεται η παροχή έκτακτης αποζημίωσης μέσω του ΟΑΕΔ για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2021 σε εποχικά εργαζομένους του τουριστικού ή επισιτιστικού κλάδου χωρίς δικαίωμα επαναπρόσληψης που δεν έλαβαν επιδότηση ανεργίας από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως τον Ιανουάριο του 2021, εφόσον παραμένουν εγγεγραμμένοι άνεργοι για το αντίστοιχο διάστημα.

Την ίδια στιγμή, στοιχεία από την Eurostat, το Eurocontrol και την ΙΑΤΑ, συνθέτουν την εικόνα χάους στις αερομεταφορές και κατ’ επέκταση στον Τουρισμό. Ακόμα και μετά το απόλυτο lockdown της περσινής Άνοιξης, που προκάλεσε μείωση άνω του 90% στις εμπορικές πτήσεις πανευρωπαϊκά, οι αριθμοί είναι απογοητευτικοί, αφού το δεύτερο κύμα κι εν συνεχεία το τρίτο κύμα της πανδημίας, έφεραν νέους περιορισμούς στις μετακινήσεις. Είναι ενδεικτικό ότι ο φετινός Ιανουάριος έκλεισε με πτώση 68,1%. Ειδικά όσον αφορά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», η μείωση ξεπέρασε το 60%.

Το αεροδρόμιο της Αθήνας δεν βίωσε τη μεγαλύτερη μείωση. Στη χειρότερη θέση βρέθηκε το αεροδρόμιο του Μονάχου κι εν συνεχεία το Παρίσι, το Άμστερνταμ, η Φρανκφούρτη. Σύμφωνα με την ΙΑΤΑ, το 2020 ήταν η χειρότερη χρονιά στην ιστορία, ως προς τη ζήτηση αερομεταφορών. Αυτό που προβληματίζει ιδιαιτέρως είναι ότι οι κρατήσεις τον Ιανουάριο έπεσαν 70% σε σύγκριση με πέρσι, εντείνοντας την πίεση στον κλάδο.

iefimerida.gr

Πηγή: patrastimes.gr