Μία διαφορετική προσέγγιση από έναν επαγγελματία υγείας, που μαζί με τους συναδέλφους του, βρίσκονται ως άγρυπνοι στρατιώτες, στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά της πανδημίας του COVID-19, εδώ και μήνες.

Από την πρώτη στιγμή που ένας ασθενής με κορωνοϊό εισέρχεται στο νοσοκομείο, στη συνέχεια σε ΜΕΘ και τελικά διασωληνώνεται, ο νοσηλευτής είναι αυτός, που βρίσκεται διαρκώς δίπλα του, να τον φροντίσει, να αφουγκραστεί τις ανάγκες του, να τον υποστηρίξει με κάθε τρόπο και να ακούσει ακόμη… και την ύστατη επιθυμία του πριν καταλήξει.

Κινούμαστε σε δύο κόσμους και αυτό μας δημιουργεί μία εύλογη ανασφάλεια: Από την μία πλευρά είμαστε επαγγελματίες Yγείας και από την άλλη, μεταμορφωνόμαστε σε μάνα, πατέρα και σύντροφο για τον ασθενή», σημειώνει ο κ. Τσόλας.

Η υποστελέχωση όμως του κλάδου, χτυπάει «κόκκινο» και την ώρα τούτη της κρίσιμης μάχης δεν συγχωρείται.

Αναλυτικά η συνέντευξη του προέδρου της ΠΑΣΟΝΟΠ, Γ. Τσόλα

– Κίνδυνος θάνατος η υποστελέχωση;

Αυτό που μου μεταφέρουν οι συνάδελφοι είναι το τεράστιο πρόβλημα υποστελέχωσης στη Βόρειο Ελλάδα. Την ίδια ώρα, η επικοινωνία του υπουργείου Υγείας γενικότερα προς τις Υγειονομικές Περιφέρειες και τις Επιτροπές Λοιμώξεων χάθηκε. Η κάθε Περιφέρεια ελάμβανε διαφορετικές αποφάσεις, την ώρα που έπρεπε να λειτουργούμε όλοι μαζί αρμονικά και η επικοινωνία αυτή, θα έλεγα ότι χάθηκε ήδη από το πρώτο κύμα της πανδημίας.

Δεν είναι ψέμα, ότι ο κλάδος πάσχει από burnout και αυτό οφείλεται κυρίως στην υποστελέχωση. Γνωρίζουμε όλοι μας όμως, ότι εάν καταρρεύσουν οι νοσηλευτές, τότε θα καταρρεύσει και όλο το σύστημα. Και είναι βέβαιο, ότι εάν βελτιώσουμε το θέμα της επαρκούς στελέχωσης, τότε θα βελτιωθεί σημαντικά και η ποιότητα των υπηρεσιών. Διότι η υποστελέχωση δεν βλάπτει μόνο τους ίδιους τους νοσηλευτές, αλλά βάζει σε μεγάλο κίνδυνο και τους ασθενείς.

Στις περιοδικές εκθέσεις που δημοσιεύονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ),η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις με μόλις 3,23 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, τη στιγμή που ο Μ.Ο. των χωρών του ΟΟΣΑ ανέρχεται σε 9,1 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους. (OECD Health Statistics 2015, http://dx.doi.org/10.1787/health-data-en).

Βάσει των στοιχείων της ΠΑΣΟΝΟΠ, στις αρχές του 2015 στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας υπηρετούσαν 29.253 νοσηλευτές όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων, σε σύνολο 39.452 οργανικών θέσεων, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε έλλειψη 10.199 νοσηλευτών. Οι πραγματικές όμως ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες καθότι οι οργανικές θέσεις έχουν υπολογιστεί με βάση το προεδρικό διάταγμα 87/1986, το οποίο κρίνεται, απολύτως ανεπαρκές αντιεπιστημονικό, ανασφαλές και ξεπερασμένο με βάση διεθνείς οργανισμούς (ΠΟΥ, ΟΟΣΑ, ICN), σύμφωνα με το οποίο o αριθμός των θέσεων νοσηλευτών υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των κλινών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει διάκριση σε ποιο τμήμα είναι οι κλίνες αυτές.

Αντίθετα, η σύγχρονη διεθνής πρακτική ορίζει ότι η στελέχωση σε νοσηλευτικό προσωπικό καθορίζεται ανά τμήμα, ανά βαρύτητα, ανά βάρδια συνυπολογίζοντας τις ημέρες ανάπαυσης, και κανονικής ή εκπαιδευτικής άδειας

Να σημειώσουμε, ότι ο κλάδος των νοσηλευτών σήμερα, μετρά 33.500 εργαζομένους όλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, δηλαδή πανεπιστημιακούς, τεχνολογικής εκπαίδευσης και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

– Πείτε μου πώς βλέπετε το δεύτερο απαγορευτικό που ανακοίνωσε η κυβέρνηση πριν από μερικές ώρες;

Η Θεσσαλονίκη, με τα πολλά της κρούσματα,έδωσε το έναυσμα για να ληφθούν πιο σκληρά περιοριστικά μέτρα, απαντά ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας και συνεχίζει:

Τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, έπαιρναν διασωληνωμένους και από την Κοζάνη αλλά και από άλλες περιοχές της Β. Ελλάδας, επομένως, το πρόβλημα σε λίγο καιρό και για την Αθήνα, θα ήταν τεράστιο.

– Ποια είναι η διαφορά του Μαρτίου με τον Νοέμβριο;

«Οι νοσηλευτές στο πρώτο κύμα, προσέγγισαν την πανδημία με έναν τρόμο γιατί ο ιός, ήταν κάτι τελείως άγνωστο για όλους μας αλλά και με τον φόβο, να μην πιεστεί το υγειονομικό μας σύστημα. Να μην φθάσουμε δηλαδή στην κατάσταση της Ιταλίας, η οποία αναγκάστηκε να κάνει επιλογή ασθενών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.

Στην συγκεκριμένη φάση του Νοεμβρίου, εκτιμώ ότι έχουμε αντιληφθεί περισσότερο την σημασία της νοσηλευτικής φροντίδας. Δηλαδή, οι νοσηλευτές, έχουμε αντιληφθεί ότι ίσως περισσότερο και από τις θεραπείες βοηθά σημαντικά η προσεκτική περίθαλψη. Για παράδειγμα, όσο καλύτερα περιθάλψουμε έναν ασθενή, τόσο καλύτερα θα μπορέσει ο ίδιος, να ανταποκριθεί στην συνέχεια. Τώρα γνωρίζουμε επίσης, ότι ένας ασθενής με COVID-19, είναι καλύτερα να βρίσκεται μπρούμυτα κάποιες ώρες, ώστε να μην συσσωρεύονται οι εκκρίσεις και προκειμένου να πετυχαίνουμε καλύτερο αερισμό στους πνεύμονες. Μία απλή κινησιοθεραπεία, η οποία μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια. Θα σας έλεγα, ότι η πανδημία ήρθε να μας θυμίσει ότι συχνά, δεν είναι αποτελεσματική μόνο η θεραπευτική αλλά και καλή νοσηλευτική υπηρεσία και φροντίδα.

Πρέπει μέσα σε 20 λεπτά, να μπορέσουμε να φροντίσουμε τον κάθε νοσούντα ασθενή, αφού φορέσουμε την βαριά λευκή στολή… Βεβαίως τώρα, υπάρχει μεγαλύτερη εμπειρία, γνώση και φυσικά τα σχετικά Πρωτόκολλα που δεν υπήρχαν στο πρώτο κύμα».

Θα σας έλεγα επίσης, ότι την πρώτη περίοδο της πανδημίας, ο φόβος μας ήταν έντονος να μην κολλήσουμε και να μην μεταφέρουμε τον ιό, όχι μόνο στην οικογένειά μας, αλλά και στην κοινότητα, επισημαίνει ο συνομιλητής μας και συνεχίζει: Σήμερα, ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι να μην καταρρεύσουν τα νοσοκομεία να μην πιεστούν… Ένας νοσηλευτής, νοιώθει άσχημα όταν δεν μπορεί να προσφέρει φροντίδα, έχει τεράστιο δίλημμα.

Από την προσωπική μου επίσης εμπειρία στο Σισμανόγλειο όπου εργάζομαι, θα σας έλεγα ότι την λευκή στολή την έχουμε ξαναφορέσει. Στην Β’ Παθολογική, ζήσαμε την εμπειρία του SARS, της γρίπης των χοίρων κλπ.

– Πώς βλέπετε την επόμενη ημέρα;

Είμαι προβληματισμένος, διακρίνω ένα θολό τοπίο και μακάρι να μπορέσουμε να κινηθούμε σε ένα πεδίο με στόχο τον γιατρό, τον νοσηλευτή και στην καρδιά της περίθαλψης τον ασθενή, απαντά και συνεχίζει:

Είμαι απαισιόδοξος… Θα μπορούσαμε να κάνουμε προσλήψεις το καλοκαίρι, που τα πράγματα ήταν πιο ήπια αναφορικά με τον ιό. Ο SARSCoV-2θεραπεύεται με φροντίδα όχι μόνο με φάρμακα… Πρέπει να γίνουν αλλαγές… να φτιάξουμε την εκπαιδευτική πολιτική. Αυτή την στιγμή, υπάρχουν στην κοινωνία 20.000 νοσηλευτές με πτυχίο και είναι άνεργοι, έχουμε ένα Επιμελητηρίου, την ΕΝΕ, που θαμπορούσε να παρέχει γνώσεις, τεχνογνωσία και νοσηλευτικά πρωτόκολλα.

Ο κλάδος μας πάσχει από έλλειμμα πολιτικής, το ζήτημα της νοσηλευτικής στην Ελλάδα απαιτεί ολιστική προσέγγιση για το καλό των ασθενών πρωτίστως και των ίδιων των επαγγελματιών υγείας.

Πηγή: patrastimes.gr