Ο Κωστής Σαββιδάκης που υποδύεται τον παπα-Γρηγόρη στις «Αγριες μέλισσες» ξετυλίγει την προσωπική του διαδρομή.

Είναι ο εθνικός μας τηλεοπτικός παπάς, αφού και οι «Άγριες μέλισσες» του ΑΝΤ1 αποτελούν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο το εθνικό μας τηλεοπτικό σίριαλ.

  • Από τον
    ΗΛΙΑ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ

Ο Κωστής Σαββιδάκης μιλάει στην «Espresso» για τη διαδρομή του από το νησί των ιπποτών μέχρι τα Κάπα Studios, αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στη διάρκεια του «ταξιδιού» του, αποκαλύπτει πώς κυλάει μια ημέρα γυρισμάτων τώρα με τον κορονοϊό και δίνει spoiler για το μυστήριο που θα τελέσει σύντομα ο παπα-Γρηγόρης στο Διαφάνι.

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Ρόδο. Ήταν ευτυχισμένα τα παιδικά σας χρόνια;

Είμαι γέννημα θρέμμα Ροδίτης, με προπάππου από τα Σφακιά της Κρήτης, και συγκαταλέγομαι στις τελευταίες ίσως τυχερές γενιές που παίξανε στις αλάνες. Ενώ ήταν φτωχικά τα χρόνια για μας, ήταν και πολύ ωραία, ζήσαμε, δηλαδή, την παιδικότητά μας, δεν χάσαμε την αθωότητα του παιχνιδιού και της γειτονιάς, που τώρα πια δεν υπάρχει.

Ποια ήταν η σχέση σας με τους παπάδες ως παιδάκι;

Με βάφτισε οικογένεια παπάδων! Ο νονός μου, ο Μιχάλης, ήταν μόλις πέντε χρόνων όταν έγιναν τα βαφτίσια μου. Έτσι με βάφτισε μαζί με τον πατέρα του, που ήταν παπάς, και τη μητέρα του, την παπαδιά. Γενικά, από μικρός ήμουν μέσα στην εκκλησία, έκανα και το παπαδάκι στο ιερό, είχα καλές σχέσεις πάντα.

Σέλφι με τους συναδέλφους του στις Μέλισσες.

Η ενασχόλησή σας με το θέατρο προέκυψε τυχαία ή την επιδιώξατε;

Νομίζω ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα είναι «γραμμένα» και ξέρουμε κατά βάθος ποιο δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε. Μου άρεσε από μικρός να φτιάχνω με τα φιλαράκια μου κάτι σαν παραστάσεις και να παίζουμε. Στα επτά μου παρακολούθησα μια κανονική παράσταση που είχε έρθει στη Ρόδο, όπου σπάνια κατέβαιναν τότε θίασοι. Μαγεύτηκα και είπα αμέσως: να, αυτό θέλω να κάνω, να ανεβαίνω στη σκηνή και να υποδύομαι άλλους χαρακτήρες. Έτσι τελείωσα το Θεατρικό Εργαστήρι του ΔΗΠΕΘΕ στη Ρόδο, όπου άρχισα ουσιαστικά και το θέατρο με μια ομάδα, μπαίνοντας στη συνέχεια σε πιο επαγγελματικά μονοπάτια.

Έχετε κάνει άλλες δουλειές εκτός από αυτή του ηθοποιού;

Πολλές. Κυρίως στο κομμάτι του τουρισμού και της εστίασης έχω απασχοληθεί. Από 10 χρόνων πήγαινα τα καλοκαίρια και βοηθούσα τον θείο μου στο εστιατόριό του. Έχω δουλέψει σε ξενοδοχεία, ταβέρνες, μπαρ, σε βενζινάδικο. Τα περισσότερα από αυτά σε Ρόδο και Κρήτη.

Έχετε περάσει δύσκολες περιόδους ως ηθοποιός;

Βέβαια, πολλές φορές, πολλές χρονιές. Ουσιαστικά, στις καλές εποχές που ήταν ανοιχτά τα θέατρα εμείς κάθε τρεις, τέσσερις μήνες ψάχναμε για δουλειά. Τελείωνε η μία και, αν ήσουν τυχερός, έμπαινες στην πρόβα για την επόμενη.

Στο καφενείο της Βιολέτας με τον Χρήστο Πλαίνη.

Αγχωθήκατε ποτέ σε σημείο να σκεφτείτε να τα παρατήσετε;

Όχι, γιατί ουσιαστικά στην Αθήνα δεν ανέβηκα πιτσιρικάς για να αντιμετωπίσω τόσο μεγάλο άγχος. Στη Ρόδο είχα ένα μπαράκι για αρκετά χρόνια μαζί με έναν φίλο μου. Στην Αθήνα ήρθα μετά τα 30 μου για να ασχοληθώ πιο εντατικά με την υποκριτική. Είχα περάσει από διάφορες δουλειές μέχρι τότε και είπα: το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση είναι αυτά που θέλω να κάνω. Ναι μεν έκανα κι άλλες δουλειές και στην Αθήνα, αλλά δεν σκέφτηκα να τα παρατήσω. Είπα, αν είναι, θα με παρατήσει αυτό. Δεν το έβαλα κάτω. Αν δεν έβγαινε η… πασιέντζα, θα έκανα κάτι άλλο. Αλλά ακόμη κι όταν δυσκόλευαν τα πράγματα, στο τέλος κάτι γινόταν και έβρισκα τον δρόμο μου.

Η τελευταία σας ταινία, «Το δείπνο του βοσκού», πρόλαβε να βγει στις αίθουσες ή σας πρόλαβε ο κορονοϊός;

Δεν έχει προλάβει ούτε «Το δείπνο του βοσκού» του Γιάννη Στραβόλαιμου ούτε «Η εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου. Πάντως, «ταξιδεύουν» ήδη και οι δύο σε φεστιβάλ του εξωτερικού και τα πηγαίνουν καλά. Ελπίζω κάποτε να προβληθούν κι εδώ. Παράλληλα, συνεχίζει τη διεθνή του διαδρομή και το φιλμ μεσαίου μήκους «Με άλλα μάτια» του Γιώργου Λεοντακιανάκου, για το οποίο έχουμε πάρει πάνω από 25 βραβεία, ενώ υπάρχει και μία τέταρτη ταινία, με τίτλο «Τίσις, το καταραμένο παιδί», ένα παραμύθι του Γιώργου Ευαγγελόπουλου, πολύ ωραία δουλειά, που θα πάει κι αυτή σε φεστιβάλ μετά τις γιορτές. Κι όταν ανοίξουν τα σινεμά στην Ελλάδα, βλέπουμε.

Από την ταινία «Τίσις» με τη Μαρία Αλιφέρη.

«Το δείπνο του βοσκού» βασίζεται σε αληθινή ιστορία;

Ναι, είναι μια ταινία βασισμένη στην αφήγηση ενός καλόγερου, η οποία υπάρχει ως ντοκουμέντο και στο YouTube. Στην ταινία αυτή συνεργάστηκα με τον Τεό Θεοδωρίδη, ο οποίος παίζει τον ρόλο του Ιησού, υπέροχος συνεργάτης και υπέροχος άνθρωπος.

Με τον Τεό Θεοδωρίδη στην ταινία «Το δείπνο του βοσκού».

Τόσο ο ρόλος του βοσκού όσο και αυτός του παπα-Γρηγόρη έχουν άμεση σύνδεση με τον Θεό. Η δική σας σύνδεση με τη θρησκεία;

Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει κάτι, είτε Θεός λέγεται αυτό είτε Χριστός είτε άγιοι. Μεγάλωσα, όπως προείπα, σε περιβάλλον με παπάδες. Θεωρώ πως, αν δεν υπάρχει πίστη, δεν μπορούμε να πάμε παρακάτω. Όλη αυτή η ομορφιά που βλέπουμε γύρω μας, τα πουλιά που πετάνε, οι λίμνες, τα βουνά… αν όλα αυτά που βλέπουμε δεν είναι θαύμα, τότε τι είναι; Πιστεύω πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα υπήρχαν ούτε κι αυτά.

Κεφάλαιο «Άγριες μέλισσες». Πώς αισθάνεστε, πλέον, ως ο εθνικός μας τηλεοπτικός παπάς; Τι σας λέει ο κόσμος στον δρόμο;

Εθνικός, ε; (γέλια) Δεν το έχω ξανακούσει αυτό. Η αλήθεια είναι πως έχουμε αντιληφθεί μέσα από τα social media την αποδοχή του κόσμου, αλλά έξω δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε πλέον καλά καλά λόγω της κατάστασης με τον ιό ή βγαίνουμε με τις μάσκες, όποτε δεν το έχουμε ευχαριστηθεί τόσο πολύ. Βέβαια, υπάρχει κόσμος που μας καταλαβαίνει ακόμα και με τις μάσκες. Μου έτυχε πρόσφατα κάτι πολύ συγκινητικό. Ταξίδευα για Ρόδο και ήμουν στο αεροδρόμιο με μάσκα και γυαλιά. Περιμένοντας την πτήση μου, πήγα να πάρω έναν καφέ και είπα σε μια κοπέλα που ήταν εκεί με την πλάτη γυρισμένη: «Παρακαλώ πολύ, μου κάνετε ένα εσπρεσάκι;» Κι εκείνη, χωρίς να έχει γυρίσει ακόμη προς το μέρος μου, απάντησε: «Βεβαίως, θα σας κάνω, αλλά θα μου πείτε πρώτα τι θα γίνει στο Διαφάνι». Είναι συγκινητικό. Επειδή οδηγώ μηχανάκι και δεν φοράω μάσκα αλλά κράνος, με αναγνωρίζουν στα φανάρια και μου λένε διάφορα: να τους παντρέψω, να τους εξομολογήσω.

Με την Ελένη Καρακάση και την Αμαλία Καβάλη.

Τι έχει αλλάξει με τον κορονοϊό;

Πολλά. Κάνουμε συνέχεια τεστ, αλλά εμείς οι Έλληνες είμαστε μεσογειακός λαός, θέλουμε να ακουμπάμε ο ένας τον άλλον, να αγκαλιαζόμαστε, να φιλιόμαστε, μας λείπει αυτό. Έχουν αλλάξει πράγματα, βλέπεις, ας πούμε, όλο το συνεργείο να είναι τόσες ώρες με τις μάσκες, πράγμα δύσκολο. Εμείς τις βγάζουμε την ώρα του γυρίσματος, αλλά τώρα πια, στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, μας υποχρεώνουν να τις φοράμε ακόμη και στην πρόβα, κάτι που δεν συνέβαινε πριν.

Είναι πιο δύσκολη αυτή η καραντίνα;

Και πιο δύσκολη και πιο πιεστική και αυστηρή. Έχουν τρομοκρατήσει τον κόσμο με τα πρόστιμα. Εντάξει, να προσέχουμε και να φοράμε τη μάσκα, αλλά όταν περπατάει ο άλλος μόνος του, άφησέ τον να πάρει λίγο αέρα, μην του κόβεις τον αέρα.

Τι πιστεύετε για την επόμενη μέρα της πανδημίας στον πολιτισμό;

Δεν ξέρω τι μας ξημερώνει, ο κλάδος μας υποφέρει κι, όταν λέω υποφέρει, το εννοώ. Ήταν ο πρώτος που «χτυπήθηκε». Είναι λίγο παράλογο ξέρεις, τον τελευταίο καιρό ταξιδεύω συχνά αεροπορικώς στη Ρόδο για κάποια οικογενειακά θέματα. Ε, δεν μπορείς να έχεις στο αεροπλάνο τη μία θέση δίπλα στην άλλη γεμάτες και να ακούγεται από το μεγάφωνο «κρατάτε ενάμιση μέτρο απόσταση», αυτό είναι κοροϊδία. Κι από την άλλη κλείνεις τα θέατρα που τηρούν όλα τα μέτρα. Γιατί γίνεται αυτό; Κλείνουν τον κόσμο μέσα από τις 9 το βράδυ και τα λεωφορεία είναι γεμάτα. Οι πολίτες προσπαθούν, και βλέπεις ένα κράτος που δεν νομίζω πως έχει οργανωθεί τόσο καλά τελικά. Ας μας πει κάποιος τι γίνεται, γιατί κάτι δεν γίνεται σωστά.

Τι μπορείτε να μας αποκαλύψετε για τα επόμενα επεισόδια των «Άγριων μελισσών». Θα τελέσει πολλά μυστήρια ο παπα-Γρηγόρης;

Νομίζω πως θα γίνει ένας γάμος, αλλά μένω στο «νομίζω», γιατί ακόμη δεν έχει έρθει το σενάριο.

Πηγή: espressonews.gr