ις επιπτώσεις της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης με επίκεντρο το νέο επικουρικό στην οικονομία και το δημόσιο χρέος αποτυπώνουν οι τρεις μελέτες (της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, του ΙΟΒΕ και του ΟΔΔΥΧ) οι οποίες συνοδεύουν το σχέδιο νόμου του υπουργείο εργασίας που τέθηκε σήμερα σε 14ήμερη διαβούλευση.

Η αναλογιστική μελέτη, για το κόστος της μετάβασης στο νέο σύστημα και το ρυθμό ωρίμανσής της εκπονήθηκε από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή. Από αυτήν προέκυψε ότι το ποσοστό κάλυψης των ασφαλισμένων από τη νέα επικουρική θα ξεπεράσει το 50% το 2045 και το 90% το 2065.

Όπως τονίζει η μελέτη για να διατηρηθούν οι συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων στο τρέχον επίπεδο του διανεμητικού συστήματος και να μην υποστούν οι ασφαλισμένοι που θα παραμείνουν σε αυτό, τις συνέπειες της μετάβασης από το διανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, θα έπρεπε να συνεχίσουν να εισέρχονται στο ισχύον σύστημα νέοι ασφαλισμένοι, κάτι που θα σταματήσει να συμβαίνει το 2022.

Από 1/1/2022 θα ενταχθούν στο νέο επικουρικό ταμείο οι πρωτοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας.

Κατά το 2023 μπορούν να υπάγονται εφόσον το επιθυμούν, όσοι θα είναι κάτω των 35 ετών, έχουν υποχρεωτική ασφάλιση και συμμετέχουν ήδη στο τρέχον σύστημα επικουρικής σύνταξης.

Επιπλέον μπορούν να υπάγονται από 1/1/2023 όσοι δεν έχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση και είναι κάτω των 35 ετών το 2023, καθώς και νεοεισερχόμενοι αυτής της κατηγορίας από το 2023 και στο εξής, εφόσον το επιθυμούν.

Συμπερασματικά, η απώλεια πόρων ενδεχομένως να οδηγήσει σε ελλείμματα τα οποία θα καλυφθούν από τα περιουσιακά στοιχεία του ταμείου, όπως προβλέπει ο νόμος. Δηλαδή θα εφαρμοστεί αυτόματα ο μηχανισμός εξισορρόπησης (μη αναπροσαρμογή των συντάξεων εφόσον προκύπτουν ετήσια ελλείμματα, τα οποία καλύπτονται από την περιουσία προκειμένου να μην μειωθούν οι συντάξεις).

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η αναλογιστική αρχή θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό από το 2030 και μετά η οποία θα αυξάνεται σταδιακά κατά την περίοδο προβολής. Το 2055 θα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 1% του ΑΕΠ και παραμένει τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο και στα επόμενα έτη ως το 2070.

Η μακροοικονομική μελέτη που εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), δείχνει ότι η μεταρρύθμιση θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του ΑΕΠ της χώρας, σε σύγκριση με το επίπεδο του ΑΕΠ στο ισχύον σύστημα.

Η εν λόγω αύξηση στο σενάριο βάσης εκτιμάται κατά 0,32% το 2032, 1,18% το 2042 και 6,55% το 2070. Υπό το αισιόδοξο σενάριο (ΗΗΟ), το ΑΕΠ της χώρας ενισχύεται λόγω της μεταρρύθμισης κατά 0,48% το 2032, 1,73% το 2042 και 6,97% το 2070, σε σύγκριση με το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας αν δεν υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, η ενίσχυση του ΑΕΠ είναι αντίστοιχα 0,14% το 2032, 0,67% το 2042 και 4,54% το 2070). Από την ανάλυση ευαισθησίας αναδεικνύεται ότι οι επιδράσεις της μεταρρύθμισης στο ΑΕΠ απασχόλησης στη χώρα, σε σύγκριση με το επίπεδο απασχόλησης στη χώρα αν δεν είχε υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση. Στο σενάριο βάσης, η απασχόληση ενισχύεται κατά 0,08% το 2032, 0,18% το 2042 και 0,39% το 2070 λόγω της μεταρρύθμισης, σε σύγκριση με το επίπεδο απασχόλησης αν διατηρείτο το ισχύον σύστημα.

Υπό το αισιόδοξο σενάριο (HHO), η ενίσχυση της απασχόλησης φτάνει το 0,12% το 2032, το 0,25% το 2042 και το 0,53% το 2070, σε σύγκριση με τη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος (υπό το συντηρητικό σενάριο LLL, η ενίσχυση της απασχόλησης είναι αντίστοιχα 0,05% το 2032, 0,12% το 2042 και 0,28% το 2070).

Σε σχέση με τις δημοσιονομικές επιδράσεις, αυτές διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες. Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης ενέχει άμεσο δημοσιονομικό κόστος σε ταμειακή βάση, αφού προκαλεί χρηματοδοτικό κενό, καθότι οι εισφορές των ασφαλισμένων με το νέο σύστημα πλέον κατευθύνονται σε επενδύσεις μέσω του ταμείου της νέας επικουρικής. Ταυτόχρονα ωστόσο, μία από τις ευεργετικές συνέπειες της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, η οποία προκαλείται από την υλοποίηση της μεταρρύθμισης, είναι και η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου μεσο-μακροπρόθεσμα. Ο ενισχυμένος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου με τους πόρους του νέου ταμείου οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, η οποία προδιαγράφει υψηλότερους μισθούς για τους εργαζόμενους συνολικά και εμμέσως υψηλότερες συντάξεις για τους δικαιούχους του παλαιού συστήματος.

Παράλληλα, η τόνωση της εγχώριας ζήτησης αυξάνει τα δημόσια έσοδα από φορολογία και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Τέλος, η ανάλυση βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους που εκπονήθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), δείχνει ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2045 οι επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο δημόσιο χρέος είναι πολύ μικρές.

Ειδικότερα όπως τονίζει η μελέτη:

Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα (έως το 2030), ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξάνεται σε όλα τα σενάριο, κατά ένα αμελητέο ωστόσο ποσό. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι υψηλότερος το 2030 (σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση) κατά 0,3 – 0,4 μονάδες του ΑΕΠ. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ασθενέστερο προφίλ πρωτογενούς ισοζυγίου και στα 4 σενάρια (τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς – ως ποσοστό του ΑΕΠ – όρους).

• Μακροπρόθεσμα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποκλίνει μεταξύ των σεναρίων. Αυτό αντανακλά κυρίως την επίδραση στην πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, το οποίο ξεκινά να βελτιώνεται σε όλα τα σενάρια εκτός από το «Απαισιόδοξο/Συντηρητικό» σενάριο. Η επίδραση του παρονομαστή (ΑΕΠ) επιδρά θετικά στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, καθώς η μεταρρύθμιση ενισχύει το ΑΕΠ.

• Στο «αισιόδοξο» (HHO) και στο «σχετικά αισιόδοξο» (HHH) σενάριο, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ το 2070 είναι χαμηλότερος σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση κατά 9,5 και 7,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αντίστοιχα.

Το κόστος μετάβασης

Το βασικότερο «αγκάθι» της επικείμενης μεταρρύθμισης είναι το λεγόμενο κόστος μετάβασης. Η αλλαγή από το ένα σύστημα στο άλλο, που απαιτεί ένα βάθος δεκάδων ετών, θα δημιουργεί σταδιακά ολοένα και μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό στο σύστημα, καθώς θα λείπουν οι εισφορές των νεοεισερχόμενων εργαζομένων, οι οποίες θα πηγαίνουν στον κουμπαρά.

Σύμφωνα με την ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας, το ποσό που απαιτείται υπολογίζεται σε 300 εκατ. ευρώ -κατά μέσο όρο- κάθε χρόνο για την πρώτη δεκαετία εφαρμογής του νέου συστήματος. Ποσό απόλυτα διαχειρίσιμο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός ενισχύει το συνταξιοδοτικό σύστημα με 15 δις. ευρώ σε ετήσια βάση.

Για τη συνολική περίοδο αναφοράς (2022-2070) η πραγματική μέση ετήσια επιβάρυνση του προϋπολογισμού υπολογίζεται στα 120 εκατ. ευρώ (6 δισ. ευρώ σωρευτικά). Το ποσό αυτό προκύπτει εάν από το ταμειακό κενό αφαιρεθούν τα πρόσθετα δημοσιονομικά έσοδα που θα προκύψουν χάρις στη μεταρρύθμιση. Δηλαδή, το «μέρισμα ανάπτυξης» σε μεγάλο βαθμό αντισταθμίζει το ακαθάριστο κόστος μετάβασης αφήνοντας πολύ μικρά κενά που μπορούν εύκολα να απορροφηθούν από τον προϋπολογισμό.

Επομένως – όπως έχει τονίσει ο υφυπουργός εργασίας Πάνος Τσακλόγλου – η κριτική της αντιπολίτευσης για «δυσβάσταχτο κόστος» είναι απολύτως αβάσιμη. Οι υφιστάμενες συντάξεις και οι συντάξεις των ασφαλισμένων που θα συνταξιοδοτηθούν με το ισχύον σύστημα θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται με βάση τους υφιστάμενους κανόνες και δεν πρόκειται να θιγούν. Η επώδυνη κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας δημιούργησε την εντύπωση πώς κάθε ασφαλιστική μεταρρύθμιση ισοδυναμεί με μείωση των συντάξεων. Όμως, οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που γίνονται εγκαίρως και με το βλέμμα στο μέλλον –όπως αυτή που σχεδιάζουμε σήμερα- αποσκοπούν στην αποφυγή της περικοπής των συντάξεων. ΤΣε δύο κύματα θα ενταχθούν οι ασφαλισμένοι στο νέο επικουρικό που θα ονομαστεί Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης-ΤΕΚΑ και θα αρχίσει να λειτουργεί από 1/1/2022.

Το νέο επικουρικό σύμφωνα με το σχέδιο νόμου προβλέπει τέσσερις δικλείδες ασφαλείας για τους ασφαλισμένους:

  • Πρώτον, το κράτος εγγυάται την καταβολή των συντάξεων του υφισταμένου συστήματος με υπολογισμό τους ωσάν στο σύστημα να συμμετείχαν όλοι οι ασφαλισμένοι (παλαιοί και νέοι).

    Δεύτερον, ακόμα και στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση που οι σωρευτικές αποδόσεις των επενδύσεων του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου στο νέο σύστημα είναι αρνητικές, το κράτος εγγυάται ότι η επικουρική του σύνταξη θα αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος σε πραγματικούς όρους. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι του νέου συστήματος θα είναι προστατευμένοι από τυχόν ακραίες διακυμάνσεις των αγορών.

    Τρίτον, το σύστημα θα προβλέπει ελάχιστο ποσό κατώτατης επικουρικής σύνταξης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή θανάτου του ασφαλισμένου πριν χτιστεί ο ατομικός κουμπαράς, δηλαδή το κράτος θα συμπληρώνει μέχρι του ποσού των ελάχιστων ορίων.

    Τέταρτον, προβλέπεται επιστροφή εισφορών ακόμη κι αν ο ασφαλισμένος δεν θεμελιώνει δικαίωμα συνταξιοδότησης, δηλαδή έχει λιγότερα από 15 έτη ασφάλισης στο σύστημα, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

Πηγή: patrastimes.gr