Στις προηγμένες oικονομίες, η πανδημία του κορωνοϊού ενδεχομένως να επισπεύσει αλλαγές που επωάζονταν και αφορούν τον τόπο δουλειάς και την κατοικία, αλλά και τα συστήματα μεταφοράς που τους συνδέουν. Ωστόσο, ο βαθμός της αλλαγής θα εξαρτηθεί από την τεράστια αδράνεια στην αγορά ακινήτων και στα δίκτυα ΜΜΜ, τα οποία καλούνται να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα της μετακίνησης από το κέντρο των μεγάλων πόλεων στα προάστια και στα μικρότερα αστικά κέντρα στη Δύση. Η σημερινή κατανομή στη χρήση γης απορρέει από την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων τον 19ο αιώνα και του αυτοκινήτου τον 20ό αιώνα.

Πολλά στελέχη εταιρειών και ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν οικονομικά τη δυνατότητα να διαμένουν στο κέντρο των μεγαλουπόλεων, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες επαγγελματικής δικτύωσης και πολιτιστικής ψυχαγωγίας. Οι άλλοι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να μένουν σε προάστια και περιφερειακές κοινότητες με φθηνότερο κόστος στέγης. Ως αποτέλεσμα υπάρχει διπλή μετακίνηση από και προς την εργασία, με αντίστοιχο υψηλό κόστος σε χρήμα, χρόνο και ενέργεια, αλλά και επιβάρυνση της σωματικής και ψυχικής υγείας.

Τα τελευταία 30 χρόνια όμως τα τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως η ηλεκτρονική αλληλογραφία, τα στιγμιαία μηνύματα και οι φθηνές τηλεδιασκέψεις, κατέστησαν εφικτή την εξ αποστάσεως εργασία. Και αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει ακόμη και στις εταιρείες παροχής υπηρεσιών, που βασίζονται στη διαπροσωπική επαφή. Στη Βρετανία, το ποσοστό τηλεργαζομένων αυξάνεται σταθερά, αν και ξεκίνησε από χαμηλή βάση. Προ πανδημίας, ακόμη το 5% του εργατικού δυναμικού της χώρας εργαζόταν κυρίως από το σπίτι, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία. Η πλήρης και η μερική απασχόληση εξ αποστάσεως είναι συχνότερη στην περιφέρεια του Λονδίνου και των νοτιοανατολικών περιοχών της χώρας (όπου παραδοσιακά μετακινούνται πολύ οι εργαζόμενοι), ανάμεσα στους μεγαλύτερους και πιο υψηλόβαθμους και σε όσους ασκούν καλοπληρωμένα επαγγέλματα.

Ως συνέπεια, η κατ’ οίκον απασχόληση είτε μειώνει τις μετακινήσεις είτε τις καταργεί συνολικά. Πολύ περισσότεροι εργαζόμενοι, εάν ήταν δυνατόν να την επιλέξουν, θα το έκαναν. Αρχικά η πιο ευρεία χρήση της είχε αρνητικό πρόσημο, θεωρούμενη προνόμιο για προϊσταμένους και πεπειραμένους επαγγελματίες προς τη δύση της καριέρας τους. Η επιβεβλημένη συνθήκη λόγω ιού την κατέστησε κοινωνικά πιο αποδεκτή.

Οι εργαζόμενοι στο Λονδίνο δαπανούν κατά μέσον όρο 1 ώρα και 32 λεπτά από και προς τη δουλειά τους με τα δεδομένα του 2019. Συγκριτικά στην υπόλοιπη Βρετανία ο αντίστοιχος χρόνος φθάνει τα 60 λεπτά. Προ πανδημίας τα 2/3 όσων δούλευαν στο κέντρο της πόλης χρησιμοποιούσαν τα ΜΜΜ για τη μετακίνηση έναντι του 15% στις μικρότερες πόλεις και του 10% στην υπόλοιπη χώρα. Το σύστημα δημοσίων μεταφορών εξοικονομεί ενέργεια σε σύγκριση με τα Ι.Χ., αλλά και πάλι οι μετακινήσεις είναι χρονοβόρες, κοστοβόρες και ενεργοβόρες. Η τηλεργασία βέβαια σημαίνει πιθανώς λιγότερος χώρος στις εταιρείες στα μεγάλα αστικά κέντρα και περισσότερος σε δευτερεύουσες πόλεις και προάστια, καθώς και στο σπίτι.

Ερευνες δείχνουν πως οι εργοδότες επιθυμούν οι υπάλληλοί τους να διαθέτουν το 60% από τον χρόνο τους στο γραφείο και το υπόλοιπο στην κατοικία τους. Αλλες μελέτες με τη συμμετοχή εργαζομένων δείχνουν πως οι τελευταίοι θα προτιμούσαν ένα αντίστροφο ποσοστό κατανομής, ήτοι το 40% ή και το 20% στο γραφείο. Αν και το εν λόγω σχήμα παρουσιάζεται ως ο βέλτιστος συνδυασμός, μπορεί να αποβεί ο χείριστος. Οι μεν υπάλληλοι και πάλι θα χρειάζονται διαμονή πλησίον του γραφείου, εγκαταλείποντας την προοπτική να μετακομίσουν σε περιοχή πιο μακρινή και φθηνότερη, ενώ θα πρέπει να εξοικονομήσουν και χώρο εντός οικίας, άρα ίσως χρειαστούν πιο πολλά τετραγωνικά. Παράλληλα, θα καταβάλλουν το κόστος της μετακίνησης δύο-τρεις φορές την εβδομάδα.

Πηγή: patrastimes.gr