Η πανδημία και η αυξημένη χρήση κρυπτονομισμάτων εκτίναξαν τις οικονομικές απάτες και ιδιαίτερα τις περιπτώσεις ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (ΕΒΑ) παρέδωσε μέσω της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) τις τελευταίες συστάσεις, οι οποίες έχουν ενσωματώσει και τα πορίσματα της διεθνούς δράσης κατά του μαύρου χρήματος FATF και άλλων διωκτικών αρχών, όπως της Ιντερπόλ. Μαζί με τις συστάσεις περιλαμβάνονται πραγματικές ιστορίες που εξιχνιάστηκαν ώστε οι τράπεζες και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις του ευρύτερου χρηματοοικονομικού τομέα να τις λάβουν υπόψη ως case study και να προσαρμόσουν τα συστήματά τους. Μέσα από τις ιστορίες αυτές φαίνεται ότι τα πακέτα στήριξης λόγω πανδημίας, όπως οι μη επιστρεπτέες προκαταβολές, οι κρατικές επιδοτήσεις κ.λπ., αποτέλεσαν αφορμή για να ανάψει κάποιο “κόκκινο” λαμπάκι και να τραβήξει την προσοχή των αρμόδιων αρχών και να ανακαλύψουν περιπτώσεις ξεπλύματος χρήματος που γίνονταν για χρόνια χωρίς μέχρι τότε να είχαν εντοπιστεί από κανένα σύστημα. Μάλιστα, σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύσταση είναι να συνεχίζονται οι επιδοτήσεις χωρίς να ειδοποιούνται οι ύποπτες επιχειρήσεις ώστε να δίνεται χρόνος για παρακολούθηση. Η εμπειρία έδειξε ότι σε αυτές τις επιχειρήσεις “ανοίγει” περισσότερο η όρεξη και ζητούν κι άλλα μέτρα στήριξης ή εντάσσουν σε αυτά συνεργαζόμενες ή θυγατρικές εταιρείες, με αποτέλεσμα να πέφτουν στη “φάκα” ευκολότερα.

Οι αιτίες

Η ΕΒΑ διακρίνει δύο βασικές αιτίες για την έξαρση των κρουσμάτων απάτης από την πανδημία.

Η πρώτη ομάδα σχετίζεται άμεσα με την πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα τα οποία προκάλεσαν οικονομική πίεση στις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να περιορίσουν τα κόστη συμμόρφωσης και ελέγχων. Επίσης, σημαντικό ρόλο έπαιξε η τηλεργασία και οι μακρόθεν συναλλαγές και εγκρίσεις, με αποτέλεσμα, έμπειρα τραπεζικά στελέχη που μπορούν να εντοπίσουν μία ύποπτη συμπεριφορά ενός πελάτη στο κατάστημα, τώρα αυτό να μην είναι δυνατό. Επιπλέον πολλές επιχειρήσεις δεν είναι προετοιμαστεί κατάλληλα για την ταυτοποίηση του πελάτη ή του αντισυμβαλλόμενου χωρίς φυσική παρουσία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι τραπεζικοί λογαριασμοί ανοίγουν μεν ηλεκτρονικά, αλλά κατά την ταυτοποίηση γίνεται σύνδεση και με εκπρόσωπο της τράπεζας μέσω βιντεοκλήσης. Η FATF, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και το άνοιγμα λογαριασμών online μειώνουν τη διασπορά του ιού, αλλά κάνουν τα συστήματα πιο ευάλωτα στις απάτες. Αποδείχθηκε ότι η ψηφιακή ταυτοποίηση δεν ήταν αρκετή.

Η δεύτερη ομάδα σχετίζεται έμμεσα με την πανδημία και περιλαμβάνει την αύξηση των online συναλλαγών, την αύξηση των κρυπτονομισμάτων και fintech υπηρεσιών. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται απάτες που σχετίζονται με συγκέντρωση χρημάτων και φιλανθρωπίες για στήριξη πληττόμενων και αγορά υγειονομικού υλικού. Η πανδημία αύξησε την ανεργία και έπληξε ευάλωτες οικονομικές ομάδες, κάνοντάς τες καλές πηγές έμπνευσης για απάτες. Δεν είναι λίγα τα περιστατικά που προσφέρθηκαν χρήματα για φάρμακα σε φτωχές χώρες και οι εταιρείες που τα πήραν εξαφανίστηκαν την επόμενη ημέρα. Ούτε λίγες εκείνες οι περιπτώσεις για εύρεση εργασίας εν μέσω πανδημίας.

Ένας ακόμη παράγοντας που επισημαίνεται πιο καθαρά από τη FATF είναι η πίεση του χρόνου και του μεγάλου όγκου εργασιών για το προσωπικό που ήταν μειωμένο ή σε τηλεργασία και έπρεπε αφενός να εξυπηρετεί το κοινό και αφετέρου να προχωρά σε ενισχυμένους ελέγχους. Έτσι, πολλές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εμπιστεύτηκαν αντισυμβαλλόμενους (πελάτες ή προμηθευτές) από τρίτες χώρες ή χώρες υψηλού κινδύνου για ξέπλυμα χρήματος, πιστεύοντας ότι τα “έξυπνα” και υπερσύγχρονα πλέον συστήματα ελέγχων και συμμόρφωσης θα έπιαναν την περίπτωση της απάτης. Η FATF πιστεύει ότι ο ανθρώπινος παράγοντας είναι απαραίτητος.

Οι συστάσεις

Οι συστάσεις της ΕΒΑ διαβιβάστηκαν σε όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες (και τις ελληνικές), όπως επίσης στον ευρύτερο χρηματοοικονομικό τομέα, όπως συστήματα πληρωμών, ηλεκτρονικών πληρωμών, επενδυτικών κεφαλαίων, ασφαλιστικών εταιρειών και ανταλλακτηρίων συναλλάγματος.

Η λίστα με τις συστάσεις είναι ατελείωτη καθώς απαριθμούνται παλιές και νέες οδηγίες. Στις υφιστάμενες ξεχωρίζουν αυτές που έχουν σχέση με τη συμπεριφορά του συναλλασσόμενου, περιλαμβανομένης της γλώσσας του σώματος ή κάποιων άλλων χαρακτηριστικών όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος για το επιτόκιο, τις προμήθειες, κλπ. Αυτές οι οδηγίες είχαν περιληφθεί σε παλαιότερες οδηγίες, όταν επικρατούσαν οι face-to-face συναλλαγές. Η πλήρης ψηφιοποίηση των διαδικασιών σήμερα θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλες τεχνολογίας, όπως τεχνητή νοημοσύνη και θεσμικό πλαίσιο για ταυτόχρονες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις (π.χ. eKYC που στην Ελλάδα διασταυρώνονται αυτόματα τα στοιχεία με το Taxis και την αστυνομία κ.λπ.), αλλά και βιντεοκλήσεις μεταξύ τραπεζικού στελέχους και συναλλασσόμενου ειδικά σε κάποιες διαδικασίες όπως άνοιγμα λογαριασμού, αγορά επενδυτικών προϊόντων, επιβεβαίωση ταυτοπροσωπίας, αλλαγές προσωπικών στοιχείων, κλπ.

Οι συστάσεις θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν ως εξής:

1. Προσοχή στις συναλλαγές με τρίτες χώρες και ειδικά με μη συνεργαζόμενες χώρες του ΟΟΣΑ.

2. Αναζήτηση στο ίντερνετ για πιθανά αρνητικά δημοσιεύματα για τον πελάτ3.η.

3. Η φήμη του πελάτη και της επιχείρησης, αλλά των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.

4. Το μέγεθος της συναλλαγής.

5. Η πολυπλοκότητα και η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας ή προϊόντος.

6. Ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού με ενσωμάτωση τεχνητής νοημοσύνης.

7. Ενσωμάτωση αξιόπιστων Fintech εργαλείων.

8. Έμφαση στην ανθρώπινη εμπειρία (εμπειρία στελεχών). Στη διαδικασία ελέγχου θα πρέπει να υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας τουλάχιστον σε μία φάση.

9. Ενίσχυση συστημάτων ελέγχων.

10. Πληροφορίες για τους κινδύνους ανά κλάδο, χώρα και επιχείρηση.

11. Εκπόνηση μελέτης σε διακρατικό επίπεδο, διασωματειακό και κλαδικό όπου να ανταλλάσσονται εμπειρίες και πληροφορίες για τους συμβαλλόμενους τους.

Πηγή: patrastimes.gr