Είναι σύνηθες στην χώρα μας, το να έχει δεσμευτεί κάποιος ως εγγυητής σε σύμβαση δανείου που πήρε κάποιος άλλος (φίλος, συγγενής), και μην έχοντας επωφεληθεί ο εγγυητής να έχει φτάσει στο σημείο να πρέπει να αποπληρώσει ο ίδιος το χρέος του πρωτοφειλέτη και να κινδυνεύει η δική του περιουσία να χαθεί.

Το ερώτημα λοιπόν εύλογα που γεννάται είναι, τι μπορεί να κάνει ένας εγγυητής όταν το δάνειο για το οποίο έχει εγγυηθεί δεν πληρώνεται από τον πρωτοφειλέτη τα τελευταία χρόνια;

Οι επιλογές που έχει ο εγγυητής αν ο πρωτοφειλέτης δεν προχωρεί ούτε σε ρύθμιση του δανείου είναι:

Α. Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών

Η Τράπεζα οφείλει να ακολουθήσει τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών και για τους εγγυητές όπου θα έχουν την ευκαιρία να επιχειρήσουν μια ρύθμιση του δανείου και σε κάθε περίπτωση θα λάβουν γνώση του ύψους της οφειλής. Η τράπεζα πριν καταγγείλει το δάνειο οφείλει να τηρήσει τη διαδικασία του Κώδικα.

Ο κώδικας Δεοντολογίας παρόλο που δεν υποχρεώνει τις Τράπεζες να ρυθμίσουν όλα τα δάνεια παρόλα αυτά, στις περιπτώσεις που η οφειλή είναι διαχειρίσιμη, ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας τα δύο μέρη να έρθουν σε συμβιβασμό.

Β. Νόμος Κατσέλη ή νέος Πτωχευτικός Κώδικας

Μπορούν και οι ίδιοι, εφόσον τους συμφέρει, να υποβάλουν αίτηση για υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη, ρυθμίζοντας το σύνολο των δανείων τους (στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια και δάνεια στα οποίο έχουν εγγυηθεί).

Γ. Ελευθέρωση για πταίσμα της Τράπεζας (άρθρο 862 ΑΚ)

Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη (άρθρο 863 ΑΚ)

Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

Ένας τρόπος που μπορεί να ζητήσει την ελευθέρωσή του από την εγγυητική ευθύνη ένας εγγυητής είναι να αποδείξει πταίσμα της τράπεζας όσον αφορά στην εξασφάλιση της απαίτησής της και γενικότερα το πώς χειρίστηκε την οφειλή έναντι του οφειλέτη.

Για παράδειγμα όταν η τράπεζα αργεί να επιδιώξει την ικανοποίησή της και ο οφειλέτης αργότερα καθίσταται αναξιόχρεος, ή όταν δεν φρόντισε να εγγράψει προσημείωση σε ακίνητο του οφειλέτη παρόλο που τον ενημέρωσε ο εγγυητής ότι υπάρχουν και χρέη σε τρίτους που προσπαθούσαν να κάνουν το ίδιο κλπ.

Δ. Ελευθέρωση γιατί η Τράπεζα δεν προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες ενώ το ζήτησε ο εγγυητής (άρθρο 867 ΑΚ)

Εγγύηση για αόριστο χρόνο: Εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει ο εγγυητής να ζητήσει εγγράφως από την τράπεζα να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και εάν η Τράπεζα δεν το κάνει τότε ο εγγυητής ελευθερώνεται από την εγγυητική ευθύνη. Στη πραγματικότητα όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ γιατί κανένας εγγυητής δεν θα μπει στη διαδικασία να ζητήσει από την Τράπεζα να αρχίσει δικαστικές ενέργειες κατά του πρωτοφειλέτη φοβούμενος μήπως και αυτός τελικά κινδυνεύσει στην περίπτωση που δεν επαρκεί η περιουσία του πρωτοφειλέτη για να εξοφληθεί ολόκληση η οφειλή.

Ε. Ελευθέρωση γιατί η Τράπεζα δεν προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες όπως προβλεπόταν στην δανειακή σύμβαση (άρθρο 866 ΑΚ)

Εγγύηση για ορισμένο χρόνο: Εκείνος που εγγυήθηκε για ορισμένο μόνο χρόνο ελευθερώνεται από την εγγύηση, αν ο δανειστής δεν επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο αυτού του χρόνου και δεν συνεχίσει τη σχετική διαδικασία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Στην εγγύηση ορισμένου χρόνου τα πράγματα είναι λίγο πιο εύκολα και οριοθετημένα και ένα μεγάλο παράθυρο ευκαιρίας ανοίγεται για τους εγγυητές όταν η τράπεζα δεν πράττει αυτά που οφείλει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, το οποίο όμως είναι πολύ πιο πιθανό να συμβεί αφού η τράπεζα είναι αυτή που οφείλει να εκκινήσει την διαδικασία είσπραξης χωρίς να απαιτείται όχληση από τον εγγυητή.

Πηγή: patrastimes.gr