Στις άγονες ψηλές πεδιάδες του δυτικού Αφγανιστάν, κατά μήκος ενός δρόμου νότια της πόλης Herat, βρίσκεται ένα χωριουδάκι από χωμάτινες καλύβες γνωστές ως Qala-e-Biwaha, ή «το χωριό με τις χήρες».

Οι περισσότεροι άντρες του χωριού έχουν αφανιστεί – σκοτώθηκαν στο λαθρεμπόριο οπίου στις απάτητες περιοχές των συνόρων με το Ιράν. Οι χήρες, μόνες τους, φροντίζουν για τον εαυτό τους και τα παιδιά τους κάποια από τα οποία συνεχίζουν το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και έχουν  πεθάνει κατά τη μεταφορά τους εκτός συνόρων.

Η περιοχή είναι τόσο άγονη που οι άντρες που αναζητούν εργασία έχουν δύο επιλογές: «λαθραία ναρκωτικά ή ένταξη στις τάξεις των  Ταλιμπάν».

Όσοι συμφωνούν να μεταφέρουν ναρκωτικά, όπιο, ηρωίνη και μεθαμφεταμίνες στο Ιράν μπορούν να βγάλουν 300 δολάρια ανά ταξίδι, καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό για ένα τόσο φτωχό χωριό. Αλλά κινδυνεύουν να συλληφθούν, να διωχθούν και να εκτελεστούν στα ισλαμικά δικαστήρια του Ιράν – ή να πυροβοληθούν και να σκοτωθούν από Ιρανούς συνοριοφύλακες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2018, το Αφγανιστάν ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός οπίου στον κόσμο και η παπαρούνα είναι η πιο κερδοφόρα «καλλιέργεια» της χώρας. Τα κέρδη τροφοδοτούν τα οικονομικά δίκτυα των Ταλιμπάν και σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές είναι μια από τις βασικές αιτίες που υπονομεύουν την βιωσιμότητα, την ανοικοδόμηση και την ασφάλεια της χώρας, χωρίς να είναι ξεκάθαρο από την άλλη πλευρά γιατί δεν ρίχνουν το βάρος τους στην εξάρθρωση αυτού το δικτύου.

Οι Αφγανοί αξιωματούχοι φαίνονται αδύναμοι να σταματήσουν το προσοδοφόρο εμπόριο. Πολλοί έχουν γίνει πλούσιοι λόγω της συνενοχής τους στη διευκόλυνση της εμπορίας ναρκωτικών. Αυτό που προκύπτει είναι ένας διαρκής κύκλος καλλιέργειας, επεξεργασίας και εμπορίας οπίου.

Ο κυβερνήτης της περιοχής Mohammad Ali Faqiryar υποστηρίζει πως προσπάθησε και απέτυχε να λάβει κυβερνητική χρηματοδότηση για προγράμματα που θα βοηθούσαν τους χωρικούς να ασχοληθούν με την κτηνοτροφία και να καλλιεργήσουν σιτάρι, ρύζι και φασόλια στο άνυδρο, άγονο έδαφος.

«Δεν λαμβάνουμε βοήθεια από την κεντρική κυβέρνηση – δεν νοιάζονται για τους ανθρώπους, ακόμα κι αν λιμοκτονούν», είπε στους New York Times.

Οι χήρες επιβιώνουν με τρόφιμα που αγοράζουν από τα έσοδά τους από το εμπόριο μαλλιού και από δωρεές από συγγενείς και διεθνείς μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Μερικά από τα παιδιά παρακολουθούν ένα ισλαμικό σχολείο, το οποίο διευθύνει ένας  μουλάς, σε ένα μικρό τζαμί.

«Για πολύ καιρό, η ζωή ήταν πολύ καλή και οι τρεις γιοι μου κέρδιζαν πολλά χρήματα μεταφέροντας όπιο», δήλωσε μια χήρα αλλά «σκοτώθηκαν όλοι.»

Το λαθρεμπόριο ναρκωτικών στην περιοχή είναι τόσο διαδεδομένο που το Ιράν κάνει συνεχείς περιπολίες κατά μήκος της συνοριακής γραμμής  των 20 χιλιομέτρων.

Ο μεγαλύτερος γιος της, 20 ετών, συνελήφθη πριν από αρκετά χρόνια και αργότερα απαγχονίστηκε στο Ιράν αφού καταδικάστηκε για λαθρεμπόριο οπίου, είπε. Πριν από τρία χρόνια, οι δύο μικρότεροι γιοί της 15 και 14 ετών  σκοτώθηκαν από Ιρανούς συνοριοφύλακες ενώ μετέφεραν όπιο από το Αφγανιστάν.

Στο χωριό με τις πλίνθινες καλύβες δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό, ή θέρμανση, εκτός από καυσόξυλα και θάμνους που οι οικογένειες αγοράζουν ή συλλέγουν για να κάψουν. Μερικές χήρες ανάβουν μια λάμπα το βράδυ με ενέργεια που παράγεται κατά τη διάρκεια της ημέρας από μικροσκοπικά ηλιακά πάνελ.

Οι συνθήκες ήταν τόσο άσχημες και πολλές γυναίκες εγκατέλειψαν το χωριό για σπίτια συγγενών ή για στρατόπεδα εκτοπισμένων που διευθύνονται από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς.

Μέχρι πρόσφατα, το χωριό φιλοξενούσε  80 χήρες και τις οικογένειές τους, Σήμερα, υπάρχουν μόνο 30.

Το χωριό έγινε κέντρο διακίνησης ναρκωτικών της περιοχής, όταν ένας ντόπιος ξεκίνησε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου οπίου εκεί πριν από τρεις δεκαετίες. Ο ίδιος άνδρας διοικεί τώρα μια φιλοκυβερνητική πολιτοφυλακή στην Herat.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 8,62 δισεκατομμύρια δολάρια για αποτυχημένες προσπάθειες καταπολέμησης της παραγωγής και της διακίνησης ναρκωτικών  στο Αφγανιστάν από το 2002 έως το 2017, σύμφωνα με πρόσφατη κυβερνητική έκθεση που τιτλοφορείται «Τα μαθήματα που πήραμε». Ωστόσο, η παραγωγή οπίου αυξήθηκε από 3.400 μετρικούς τόνους το 2002 σε 9.000 μετρικούς τόνους το 2017.

Πηγή: patrastimes.gr