Κριτική στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό για το ρυθμό εμβολιασμού στη χώρα ασκεί με δήλωσή του ο τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Ανδρέας Ξανθός.

«Ο κ. Μητσοτάκης έκρινε ικανοποιητικό το ρυθμό εμβολιασμού στη χώρα. Και για να το τεκμηριώσει καλύτερα θυμήθηκε λαϊκές ρήσεις («όποιος βιάζεται σκοντάφτει») . Μόνο που το «σπεύδε βραδέως» – αυτό δηλαδή που συμβαίνει – δεν η κατάλληλη συνταγή για τη διαχείριση της πανδημίας και τη γρήγορη επίτευξη συλλογικής ανοσίας μέσω των εμβολίων”, σημειώνει ο πρώην υπουργός Υγείας, ενώ σχολιάζει πως “εξαρτάται βέβαια που είναι ο «πήχης» των προσδοκιών».

«Αν ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τις μεγαλοστομίες για 2 εκατομμύρια εμβολιασμούς το μήνα, το στόχο των περίπου 200.000 εμβολιασμών μηνιαίως (αν και μετά βίας γίνονται 8.000 τη μέρα) που μας παρουσίασε σήμερα ο πρωθυπουργός, δεν τον λες και πολύ φιλόδοξο», τονίζει.Συνεχίζοντας, ο Α. Ξανθός χαρακτηρίζει ως «το πιο ενοχλητικό στις σημερινές δηλώσεις», την απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου στην πρόταση Τσίπρα να “δεσμευτούν οι πατέντες των εμβολίων από την ΕΕ για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις, μέσα από την επιτάχυνση της παραγωγής και διάθεσης τους σε όλα τα κράτη-μέλη». «Μας είπε ο κ. Ταραντίλης ότι ανάλογη θέση εξέφρασε ο κ. Μητσοτάκης σε άρθρο του την άνοιξη. Τότε δεν υπήρχαν εμβόλια ούτε είχε παρατηρηθεί η αδυναμία των κατασκευαστριών εταιρειών να ανταποκριθούν στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ζήτηση», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι «τώρα λοιπόν που έχουμε πρόβλημα, το οποίο αδιαμφισβήτητα έχει σχέση με την προστασία της πατέντας, περιμένουμε να δούμε μια σοβαρή πρωτοβουλία της κυβέρνησης στην κατεύθυνση αυτή».

«Να διεκδικήσει δηλαδή μαζί με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου – αξιοποιώντας για παράδειγμα τη «συμμαχία της Βαλέττα» στην οποία πρωταγωνίστησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ- την υπέρβαση του καθεστώτος της πατέντας για τα νέα ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια, οποιασδήποτε προέλευσης”, συμπληρώνει και καταλήγει: “αυτή είναι η μόνη έμπρακτη απάντηση στον «εθνικισμό» των εμβολίων, ο οποίος θα ενισχυθεί λόγω των σοβαρών ελλείψεων που υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις περισσότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου».

Πηγή: patrastimes.gr