Μεγαλύτερη ύφεση για την ελληνική οικονομία αναμένει ο Γερμανικός οίκος αξιολόγησης Scope, σύμφωνα με τη νέα τριμηνιαία του έκθεση. Η Scope αξιολογεί με «BB» την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας με θετικό outlook.

O οίκος εκτιμά πως η ύφεση θα φτάσει το 7,8% το 2020 αναθεωρημένη κατά 0,8% προς τα πάνω από το 7% που ήταν η πρόβλεψη του οίκου τον Απρίλιο. Όπως επισημαίνει η Scope η ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα εκετεθειμένη στο σοκ του κορονοϊού, εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησης της οικονομίας από τον τομέα του τουρισμού και από το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης. Παράλληλα η αδύναμη κερδοφορία των τραπεζών, αλλά και το υψηλό βάρος των NPLs (μη εξυπηρετούμενα δάνεια) που διαχειρίζονται περιορίζουν τις ικανότητές τους να στηρίξουν την παραγματική οικονομία.

Η Scope αναφέρει πως εκτός από τις πολιτικές πρωτοβουλίες και τις δράσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, ιδίως εκείνων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα προληπτικά μέτρα που έχει ήδη λάβει η ελληνική κυβέρνηση για τον περιορισμό της κρίσης στη δημόσια υγεία και τα φορολογικά μέτρα που ενεργοποιούνται για τη στήριξη της οικονομίας αναμένεται να διευκολύνουν την ελληνική οικονομία να περάσει από την ύφεση στην ανάπτυξη.
Ισχυρότερο πλήγμα για την Ευρωζώνη

Αξίζει να αναφέρουμε πως η Scope αναμένει εντονότερους τριγμούς στην Ευρωζώνη, καθώς στο βασικό της σενάριο η ύφεση θα φτάσει το 9,1% το 2020 αναθεωρημένη κατά 2,6% προς τα πάνω, με ανάκαμψη 5,9% το 2021 (1,4% προς τα πάνω). Η μεγαλύτερη ύφεση σύμφωνα με τον οίκο, αναμένεται στην Ισπανία με 12,5% (αναθεωρημένη κατά 4,5% προς τα πάνω), στη Γαλλία με 11% (αναθεωρημένη κατά 4,7% προς τα πάνω) και στην Ιταλία με 10% (αναθεωρημένη κατά 2,5% προς τα πάνω). Μικρότερη ύφεση της τάξεως του 5,5% αναμένεται να καταγράψει η Γερμανία για το τρέχον έτος.

Αντίστοιχα για το 2021 οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης αναμένεται να «τρέξουν» με ρυθμούς ανάπτυξης από 3,2% (Γερμανία), μέχρι 7,5% (Ιταλία), σύμφωνα πάντα με το βασικό της σενάριο.

Η Scope τονίζει παράλληλα πως η υψηλότερη ανεργία, οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) και οι πτωχεύσεις στον ιδιωτικό τομέα αποδυναμώνουν την ανθεκτικότητα του ιδιωτικού και του τραπεζικού τομέα. Ωστόσο, όπως σημειώνει οι κεντρικές τράπεζες μεταφέροντας ένα σημαντικό ποσοστό του νέου δημόσιου χρέους που δημιουργείται στις νομισματικές αρχές, μετριάζουν τον κίνδυνο ρευστότητας ή φερεγγυότητας από τις τράπεζες.

Πηγή: patrastimes.gr